Εκτύπωση



Α.Κυριακού-Χρ.Πετσάνης: Η αλλοτρίωση στον εκπαιδευτικό
Θεματική ενότητα: Υπηρεσιακά

Το φαινόμενο της αλλοτρίωσης αναφορικά με τον εκπαιδευτικό μέσα στο σχολικό σύστημα


 


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ


1.1             Επιλογή του θέματος


 


Ως εκπαιδευτικοί με εικοσαετή εμπειρία στο δημόσιο σχολείο βιώσαμε μια αλλοτριωτική σχολική πραγματικότητα στην οποία πολλές φορές αναγκαστήκαμε να προσαρμοστούμε, άλλες φορές να εναντιωθούμε και άλλες να αναζητήσουμε εναλλακτικούς τρόπους διαφυγής. Στην προσπάθεια να συμπυκνώσουμε τα πιο σημαντικά κατά την προσωπική μας άποψη στοιχεία που μας παρακίνησαν να διενεργήσουμε την παρούσα έρευνα, επισημαίνουμε τα παρακάτω:


§           Την αναγκαστική συμμόρφωση του εκπαιδευτικού σε διατάξεις και νόμους που υπαγορεύονται από την ιεραρχία της εκπαίδευσης και του Υπουργείου χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η γνώμη και η άποψη του ίδιου του εκπαιδευτικού, οι ανάγκες του καθώς και οι ιδιαιτερότητες του εκάστοτε σχολείου.


§           Την έλλειψη αυτονομίας του εκπαιδευτικού να διδάσκει από ένα ευρύτερο πεδίο γνωστικών αντικειμένων καθώς υποχρεώνεται να διδάσκει ένα συγκεκριμένο σχολικό εγχειρίδιο κατά τάξη μέσα σε καθορισμένο χρονικό διάστημα.


§           Τη συρρίκνωση του ρόλου του εκπαιδευτικού ο οποίος περιορίζεται πολλές φορές στην απλή μετάδοση γνώσεων και πληροφοριών καθώς και την εναγώνια αναζήτηση επαναπροσδιορισμού της επαγγελματικής του ταυτότητας από τον ίδιο.


§           Την αυξημένη ευθύνη των εκπαιδευτικών –κυρίως του Λυκείου- να προετοιμάσουν επαρκώς τους μαθητές για την εισαγωγή τους στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, πράγμα που σημαίνει πίεση χρόνου για την κάλυψη της διδακτέας ύλης και αυξημένο άγχος του εκπαιδευτικού αφού η επιτυχία ή η αποτυχία των μαθητών του αποτελεί έμμεση αξιολόγηση του ίδιου.


§           Την ανασφάλεια των εκπαιδευτικών από ένα σύνολο παραγόντων όπως η καθημερινή τους αξιολόγηση από μαθητές, γονείς, διευθυντές όσο και από την κοινωνική αμφισβήτηση του προσώπου τους.


§           Την απαρέσκεια από την πίεση που υφίσταται ο εκπαιδευτικός εξ’ αιτίας των γραφειοκρατικών υποχρεώσεων που επαναλαμβάνονται μηχανικά. Τέτοιες είναι: η καθημερινή καταγραφή της διδαχθείσας ύλης, η καθημερινή εξέταση και αξιολόγηση των μαθητών, η κατάθεση βαθμολογίας τριμήνων, οι τυπικές παιδαγωγικές συνεδριάσεις ή οι έκτακτες συνεδριάσεις του συλλόγου των διδασκόντων για την επιβολή τιμωρίας σε μαθητές με ‘ανάρμοστη συμπεριφορά’ χωρίς ουσιαστικό παιδαγωγικό περιεχόμενο.


§           Την καθημερινή σχολική ρουτίνα που αφαιμάσσει τον ενθουσιασμό των καθηγητών και δε δημιουργεί διευκολυντικές συνθήκες για συγκίνηση, δράση και αυτενέργεια.


§           Την επικρατούσα από καθέδρας διδασκαλία σε απρόσωπα και κάποιες φορές ακατάλληλα κτιριακά συγκροτήματα.


§           Τις πολυπληθείς τάξεις των 30 μαθητών που δυσχεραίνουν το έργο του εκπαιδευτικού και προς την κατεύθυνση δημιουργίας ουσιαστικών σχέσεων με τους μαθητές του.


§           Την απουσία συνεργασίας μεταξύ των ίδιων των εκπαιδευτικών σε επίπεδο σχολικής και τοπικής κοινότητας καθώς και τον ανταγωνισμό που κάποιες φορές ανακύπτει για διάφορα θέματα μέσα στο σχολικό περιβάλλον.


§           Την ελλιπή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και την ισχύουσα περιστασιακή, ταχύρυθμη και αναχρονιστική επιμόρφωση μέσα σε ξεπερασμένα παραδοσιακά σχήματα.


§           Την επιτακτική ανάγκη που αισθάνονται κάποιοι εκπαιδευτικοί να αναλαμβάνουν προαιρετικά σχολικά προγράμματα προκειμένου να εκφράσουν τη δημιουργικότητά τους, να αντλήσουν ικανοποίηση και να επικοινωνήσουν βαθύτερα και πιο ουσιαστικά με τους μαθητές τους.


Κατά την προσωπική μας γνώμη ο εκπαιδευτικός στον οποίο δε δίνονται κίνητρα, ευκαιρίες και δυνατότητες για ανάληψη πρωτοβουλιών, ώστε να δοκιμάζει νέους τρόπους διδασκαλίας μέσα από ποικίλες προσεγγίσεις σε ένα ευρύτερο φάσμα περιοχών γνώσης, μεθοδολογίας και έρευνας, καθηλώνεται σε παραδοσιακά παιδαγωγικά σχήματα, συρρικνώνει το ρόλο του, αναστέλλει την επαγγελματική του εξέλιξη και την προσωπική του ανάπτυξη.


Έχοντας την εμπειρία των ανωτέρω αναφερθέντων, παρατηρώντας και βιώνοντας τη συνεχή φθορά και απογοήτευση του εκπαιδευτικού μέσα στις αλλοτριωτικές συνθήκες του σχολικού συστήματος, στην έρευνα αυτή θα επιχειρήσουμε να διερευνηθούν οι δυσκαμψίες και τα προβλήματα της σχολικής συνθήκης - που επηρεάζουν αρνητικά τον εκπαιδευτικό αναστέλλοντας την εξέλιξή του - , να αναδειχτούν οι αλλαγές που υφίσταται ο ίδιος στο έργο του αλλά και ως άτομο στην πορεία του επαγγέλματος μέσα στο χρόνο, να καταδειχθεί ο βαθμός συνειδητοποίησης του εκπαιδευτικού για την αλλαγή και τη φθορά που υφίσταται μέσα σ’ ένα αλλοτριωτικό σχολικό περιβάλλον, να διερευνηθεί η προσωπική άποψη του εκπαιδευτικού αναφορικά με τα αίτια που προκαλούν αυτή τη φθορά και την αλλαγή και να αναδειχτεί η προσωπική ευθύνη του ίδιου του εκπαιδευτικού μέσα στο σχολικό σύστημα.


Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να αναδείξει τις αλλοτριωτικές συνθήκες του σχολικού συστήματος ως επιβαρυντικούς παράγοντες για τη δημιουργία του φαινομένου της αλλοτρίωσης στο πρόσωπο και το έργο του εκπαιδευτικού καθώς και το βαθμό αλλοτρίωσης του εκπαιδευτικού που εκφράζεται στη στάση του μέσα στο περιβάλλον του σχολείου.


Στόχοι είναι:


-           Να ακουστεί η φωνή των εκπαιδευτικών


-           Να καταγραφεί ο τρόπος που βιώνουν οι ίδιοι τη σχολική πραγματικότητα


-           Να καταδειχθεί πώς οι ίδιοι αντιλαμβάνονται το ρόλο τους και πώς τον πραγματώνουν


-           Να διερευνηθούν αλλαγές που έχουν υποστεί οι ίδιοι ως άτομα αλλά και στο έργο τους μέσα στο σχολείο καθώς και ποιοι παράγοντες προκάλεσαν αυτές τις αλλαγές


-           Να αναδομήσουν οι εκπαιδευτικοί την εμπειρία τους μέσα στο έργο τους και να επαναξιολογήσουν το έργο τους


-           Να αφυπνιστούν οι συνειδήσεις όσων εμπλέκονται με οποιοδήποτε τρόπο στο εκπαιδευτικό και σχολικό σύστημα.


Λαμβάνοντας υπ’ όψιν:


α) την άποψη των μελετητών του φαινομένου της αλλοτρίωσης, ότι στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία αναπτύσσεται ένας τεχνολογικός ορθολογισμός προς την κατεύθυνση του οποίου κινητοποιείται το ανθρώπινο δυναμικό, η κινητοποίηση δε αυτή επιτυγχάνεται με τη γενική και ειδικευμένη παιδεία, και ότι με τον τρόπο αυτό η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει την πλήρη εξάρτηση των πιο εσωτερικών βιωμάτων του σημερινού ανθρώπου και τη ρύθμιση της συμπεριφοράς του από τις επιδιώξεις του βιομηχανικού κατεστημένου,[1]


 β) την προσωπική μας εκτίμηση ότι η αλλοτρίωση είναι ένα γενικευμένο σύγχρονο κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο ‘διαπερνά και διαποτίζει’ τα άτομα και τους θεσμούς μιας κοινωνίας, στην παρούσα εργασία επιχειρούμε αρχικά έναν ορισμό της έννοιας της αλλοτρίωσης στις διάφορες σημασίες της στη σημερινή ζωή, την επιστήμη και τη φιλοσοφία. Στη συνέχεια διερευνούμε το φαινόμενο της αλλοτρίωσης στην κοινωνική του διάσταση και στο εργασιακό πλαίσιο και ακολούθως αναφερόμαστε στα χαρακτηριστικά του αλλοτριωμένου σύγχρονου ανθρώπου. Στη συνέχεια παρουσιάζεται η διερεύνηση του φαινομένου της αλλοτρίωσης στο χώρο της εκπαίδευσης και συγκεκριμένα αναφορικά με το πρόσωπο του εκπαιδευτικού μέσα στο σχολικό σύστημα. Τέλος παρατίθενται η μεθοδολογία, τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας και ο σχολιασμός τους.



2. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ


Στο κεφάλαιο αυτό θα αναφερθούμε στις διάφορες σημασίες που έχει η έννοια της αλλοτρίωσης στη σημερινή ζωή, την επιστήμη και τη φιλοσοφία καθώς και στα χαρακτηριστικά του αλλοτριωμένου σύγχρονου ανθρώπου.


2.1 Ορισμός της έννοιας της αλλοτρίωσης – Αυτοαλλοτρίωση (αυτοαποξένωση)


Οι περισσότερες σημασίες της έννοιας της αλλοτρίωσης μπορούν να θεωρηθούν ως παραλλαγές της πλατύτερης ερμηνείας που προκύπτει από την ετυμολογία της λέξης, δηλαδή ότι η αλλοτρίωση είναι η πράξη ή το αποτέλεσμα εκείνης της διαδικασίας με την οποία πράγματα ή πρόσωπα γίνονται ή έχουν γίνει ξένα μεταξύ τους.


Στη σημερινή ψυχολογία και κοινωνιολογία η έννοια χρησιμοποιείται συχνά για το χαρακτηρισμό του αισθήματος της αποξένωσης του ατόμου απέναντι στην κοινωνία, τη φύση, απέναντι σε άλλους ανθρώπους ή απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του.


Για πολλούς κοινωνιολόγους και φιλοσόφους η αλλοτρίωση είναι ταυτόσημη με την αντικειμενοποίηση, δηλαδή την πράξη (ή το αποτέλεσμα της πράξης) της μετατροπής των ανθρωπίνων ιδιοτήτων, των σχέσεων και των ενεργειών σε ιδιότητες και ενέργειες πραγμάτων που είναι ανεξάρτητα από τον άνθρωπο και εξουσιάζουν τη ζωή του.


Για άλλους μελετητές η αλλοτρίωση είναι ταυτόσημη με την αυτο-αλλοτρίωση, δηλ. είναι η διαδικασία κατά την οποία μία οντότητα αποξενώνεται, αυτό-αποξενώνεται από τη φύση της, από το εγώ της, με τις ίδιες της τις πράξεις. [2]


Η αντίληψη της αποξένωσης είναι βαθιά ενσωματωμένη σε όλες τις μεγάλες θρησκείες, τις κοινωνικές και πολιτικές θεωρίες της σύγχρονης εποχής.[3]


Σε τομείς όπως η θεολογία, η φιλοσοφία και η ψυχιατρική, η αποξένωση χρησιμοποιείται σαν μια έννοια που δηλώνει το στοιχείο του διαχωρισμού δύο οντοτήτων (ενοτήτων),με αποτέλεσμα ένταση και απογοήτευση(Johnson,1973,p.28).[4]


Προσεγγίζοντας την έννοια στη φιλοσοφική της διάσταση, αναφέρουμε αυτό που τόνισε ο Χέγκελ ως αλλοτρίωση του πνεύματος, δηλαδή ότι ο κόσμος των πραγμάτων, προϊόν αρχικά της ανθρώπινης εργασίας και γνώσης, γίνεται ανεξάρτητος από τον άνθρωπο και ο άνθρωπος φθάνει να κυριαρχείται από ανεξέλεγκτες δυνάμεις και νόμους που δεν αναγνωρίζει σαν δικούς του. [5]


Όταν η έννοια χρησιμοποιείται στην κοινωνιολογία καθορίζει το διαχωρισμό του ατόμου από πτυχές του προσωπικού    του ή    υλικού του       περιβάλλοντος


(Johnson,1973,p.28).[6]


Ωστόσο ανάμεσα στους κοινωνικούς επιστήμονες υπάρχει διαφωνία σχετικά με την έννοια της αποξένωσης.


Σύμφωνα με τη μία άποψη η προσοχή επικεντρώνεται σε αντιλήψεις, συναισθήματα και νοοτροπίες προς τις καταστάσεις και τις σχέσεις που οι άνθρωποι βρίσκουν τους εαυτούς τους (υποκειμενική αποξένωση. Σύμφωνα με άλλη άποψη η προσοχή εστιάζεται πάνω στις κοινωνικές σχέσεις, στην έλλειψη της ενσωμάτωσης και αμοιβαίου ταιριάσματος των ατόμων με τους νόμους και τους θεσμούς του κοινωνικοπολιτικού-οικονομικού πλαισίου που ζουν (αντικειμενική αποξένωση).[7] Στην άποψη αυτή της αντικειμενικής αποξένωσης περιέχεται και η κυριαρχία ισχυρών κοινωνικών ομάδων, δομών και αντιλήψεων πάνω στα άτομα μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Έτσι σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο όρος αποξένωση αναφέρεται στην κυριαρχία που υφίστανται οι άνθρωποι από δυνάμεις εξουσίας, από περιορισμούς υλικούς, από πολιτικές δομές και από την ίδια τη σκέψη. Αφορά οποιαδήποτε διαδικασία η οποία περιορίζει τη δύναμη του ανθρώπου για να γνωρίσει τον κόσμο και έτσι από-απανθρωπίζει τον ίδιο τον κόσμο.[8]


Οι μορφές της υποκειμενικής αποξένωσης σχετίζονται με καταστάσεις που βιώνονται σαν μη ικανοποιητικές από το άτομο.


Αυτές οι μη ικανοποιήσεις είναι άρρηκτα δεμένες με τις αυτοκατανοήσεις, τα πιστεύω, τις αντιλήψεις, τις νοοτροπίες, τις φιλοδοξίες, τις επιθυμίες και τα συναισθήματα αυτών που τα βιώνουν. [9]


Ο Μαρκούζε εννοεί την αποξένωση ως αναισθητοποίηση, ένα νέκρωμα των αισθήσεων που κάνει πιθανή την καταπίεση και το χειρισμό από άλλους.[10]


Μια άλλη παράμετρος της αποξένωσης είναι η συνειδητότητα.


Η αποξένωση στο σημερινό άνθρωπο δεν εισέρχεται απαραίτητα στη συνείδησή του. Οι άνθρωποι που είναι ενήμεροι για την αποξένωσή τους είναι οι εξαιρέσεις. Μόνο σε περιόδους προσωπικής κρίσης το άτομο γίνεται ενήμερο της αποξένωσης.[11]


Σύμφωνα με τη Fanon, όταν η αποξένωση παραμένει κάτω από την επιφάνεια της συνειδητότητας, έχει σαν αποτέλεσμα την ενόχληση, την παθητικότητα, την υποχωρητικότητα και το άγχος (Fanon,1968).


Όταν η αποξένωση γίνεται συνειδητή προκαλεί θυμό, επιθετικότητα εχθρικότητα, απογοήτευση και φόβο. Η συνειδητοποίηση αυτή μπορεί επίσης να οδηγήσει το άτομο σε κριτική θεώρηση της πραγματικότητας και από εκεί και πέρα σε δράση.[12]


Γενικά θα λέγαμε ότι υπάρχουν οι εξής τύποι αποξένωσης. Κατ’ αρχήν υπάρχει αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του. Ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά το βρίσκει δύσκολο να είναι ο εαυτός του. Έχει γίνει ξένος προς τον εαυτό του, έχει αποξενωθεί από το συνάνθρωπό του και τελικά βιώνει αποξένωση από τον κόσμο στον οποίο ζει. Αυτές οι τρεις μορφές αποξένωσης είναι αλληλένδετες και αντιπροσωπεύουν τις τρεις φάσεις μιας ενιαίας διαδικασίας.[13]


Ο Μαρξ και ο Χέγκελ θεμελιώνουν την έννοια της αποξένωσης πάνω στη διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη και την ουσία εννοώντας ότι καθώς η ανθρώπινη ύπαρξη είναι αποξενωμένη απ΄ την ουσία της, ο άνθρωπος δεν είναι εκείνο που θα έπρεπε να είναι και ότι θα έπρεπε να είναι εκείνο που θα μπορούσε εν δυνάμει να είναι.[14]


Και στο Χέγκελ και στο Μαρξ η αποξένωση αναφέρεται σαν ένα είδος δραστηριότητας μέσα στην οποία η ουσία του δράστη μετατρέπεται σε κάτι εξωτερικό, ξένο και εχθρικό που κυριαρχεί πάνω στο δράστη.


Ο Μαρξ χρησιμοποίησε την έννοια αποξένωση για να δείξει την κατάσταση των σύγχρονων ατόμων τα οποία στερούνται ενός εκπληρωτικού τρόπου ζωής επειδή οι δραστηριότητές τους είναι κενές από οποιαδήποτε έννοια κοινοτικής δράσης ή ικανοποίησης καθώς δεν έχουν καμιά ιδιοκτησία πάνω στα προϊόντα τους και στις δομές τους.


Για το Μαρξ όπως και για τους Χέγκελ και Φοϋερμπαχ, η αποξένωση είναι θεμελιωδώς αυτοαποξένωση. Το να αποξενωθείς σημαίνει το να διαχωριστείς από τη δική σου ουσία ή φύση, το να σε αναγκάσουν να ζεις μια ζωή στην οποία εκείνη η φύση δεν έχει καμιά ευκαιρία να ολοκληρωθεί ή να πραγματωθεί. Μ’ αυτόν τον τρόπο η εμπειρία της αποξένωσης περιέχει μία αίσθηση έλλειψης αυτοαξίας και μια απουσία νοήματος στη ζωή κάποιου.


Έτσι η αποξένωση υπ’ αυτήν την έννοια εστιάζεται στο κατά πόσο η ζωή του ατόμου αντικειμενικά πραγματώνει τη φύση του και την κοινοτική του συνύπαρξη με τους άλλους στη βάση μιας καθορισμένης πορείας ιστορικής εξέλιξης.[15]


Επί πρόσθετα για τους Χέγκελ και Μαρξ και για άλλους που έχουν επηρεαστεί από αυτούς, η αποξένωση είναι ένα θέμα κάποιου είδους αποχωρισμού, μη ταυτότητας ή μη ενότητας που θα έπρεπε να ξεπεραστεί για λόγους οι οποίοι υπεισέρχονται μέσα στη βασική μας ανθρώπινη φύση ή στο χαρακτήρα της αληθινής ‘ανθρωπινότητας’. Υπό την οπτική αυτή η ιδέα της αποξένωσης συνδέεται με την έννοια της αυτοαποξένωσης.[16]


Ακολουθώντας το ερώτημα αν αυτό που αλλοτριώνεται, αλλοτριώνεται με τη δραστηριότητά του ή με τη δραστηριότητα ενός άλλου, μπορούμε να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην αλλοτρίωση που έχει προκληθεί από άλλους από αυτήν που έχει προκληθεί από τον ίδιο μας τον εαυτό.


Η αλλοτρίωση ενός εγώ μπορεί να είναι τόσο αλλοτρίωση που έχει προκληθεί από άλλους, όσο και από τον ίδιο τον εαυτό.


Η αυτο-αλλοτρίωση θεωρείται σα διάσπαση ανάμεσα στην αληθινή φύση και ουσία του ανθρώπου και στον τρόπο που πραγματώνει την ύπαρξή του.


Ο αυτο-αλλοτριωμένος άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που στην πραγματικότητα δεν είναι αυτός που θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με τη φύση του, αλλά ένας άνθρωπος που η πραγματική του ύπαρξη δεν ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη ουσία του.


Η διαπίστωση ότι ένας άνθρωπος δεν είναι αυτο-αλλοτριωμένος, σημαίνει πως βρίσκεται στο επίπεδο των δυνατοτήτων του και ότι με το να πραγματώνει τις δυνατότητές του, δημιουργεί συνεχώς νέες και μεγαλύτερες. [17]


Το να είναι κάποιος αποξενωμένος από τη βασική φύση του, σημαίνει το να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι στην ουσία του. Κάτι άλλο από αυτό που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι, δηλαδή ένα ελεύθερο, δημιουργικό, ολοκληρωμένο ον που πράττει συνειδητά και έχει θεληματικό έλεγχο των δραστηριοτήτων του.


Κοινή σε όλες τις μορφές αποξένωσης είναι μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις συνθήκες της υπαρκτής ζωής των ανθρώπων και στις εγγενείς τους ανθρώπινες ικανότητες. [18]


Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι κοινωνικές συνθήκες διευκολύνουν προς την κατεύθυνση της αυτοπραγμάτωσης του ατόμου, καθώς η αυτοαποξένωση συνδέεται με την αυτοπραγμάτωση ως αντίθετη με αυτήν έννοια.


Η αυτοαποξένωση σηματοδοτεί είτε την ‘απο-ανθρωποποίηση’, ή τη μη ολοκληρωμένη ‘ανθρωποποίηση’ (αυτή που είναι παρεμποδισμένη ή ακινητοποιημένη).


Δηλαδή η αυτοαποξένωση είναι το ένα μέρος ενός ζευγαριού από αντίθετες έννοιες, το άλλο του οποίου είναι αυτό της αυτοπραγμάτωσης.


Υπό αυτή την οπτική, οποιαδήποτε σημαντική και ενδιαφέρουσα έννοια της αυτοαποξένωσης είναι αντίθετη με κάποια ιδέα αυτοπραγμάτωσης που αξίζει να επιτύχουμε και μ’ αυτόν τον τρόπο να πραγματώσουμε κάποιο είδος εαυτού και κάποιο είδος ζωής που αξίζει να ζούμε και η οποία είναι αυθεντικά ανθρώπινη.


Έτσι η έννοια της αυτοπραγμάτωσης μπορεί να ιδωθεί σαν το σχηματισμό πραγματούμενων ανθρωπίνων δυνατοτήτων που αξίζει να επιτύχουμε εξ’ αιτίας του χαρακτήρα και της ποιότητας της ανθρώπινης ζωής.


Πρέπει να θεωρήσουμε τις ανθρώπινες δυνατότητες πέρα από αυτό που τα ανθρώπινα όντα έχουν πραγματώσει. Έχει σημασία να διαχωρίσουμε ανάμεσα σε μορφές ζωής κοινής από τη μια και ζωής εμπλουτισμένης, πλήρους και αληθινά ανθρώπινης από την άλλη.


Η έννοια της αυτοαποξένωσης ίσως μεταφέρει την πρόταση ότι τις ανθρώπινες ζωές θα τις ζούσαμε καλύτερα αν η ανθρώπινη δυνατότητα πραγματοποιούνταν. Επίσης υπονοεί ότι η δυνατότητα αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές και αν οι άνθρωποι έκαναν τις κατάλληλες επιλογές και προσπάθειες.


Στη Νεοεγκελιανή σκέψη η αυτοπραγμάτωση συνδέεται με τη συνύπαρξη της προσωπικότητας, της ιδιότητας του πολίτη και της γνώσης. Η προσωπικότητα, η ιδιότητα του να είσαι πολίτης και η γνώση είναι τα τρία βασικά στοιχεία της Νεοεγκελιανής αυτοπραγμάτωσης ενσωματωμένα με ένα τέτοιο τρόπο που κανένα δεν επισκιάζει τα άλλα.[19]


Σε κοινωνικό επίπεδο, η επιδιωκόμενη και μεθοδευμένη κατάλληλα ετερονομία που είναι θεσμοθετημένη (σχολείο, στρατός, οικογένεια κ.λ.π), λειτουργεί ως πηγή αλλοτρίωσης.


Μέσα από ένα ανάλογο πρίσμα, ο Μάντερ θεωρεί ότι η αλλοτρίωση δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της διάχυτης αυταρχικότητας στις σύγχρονες κοινωνίες.[20]


2.2 Αλλοτρίωση και Κοινωνία


Στις σύγχρονες κοινωνίες συναντούμε διάφορα είδη αλλοτρίωσης:


α) την αλλοτρίωση της γενικής κοινωνίας β) την αλλοτρίωση κοινωνικών ομάδων γ) την αλλοτρίωση κοινωνικών θεσμών.[21]


Σύμφωνα με τον Έριχ Φρομ η αλλοτρίωση παρουσιάζει διαφορές από πολιτισμό σε πολιτισμό τόσο στις ειδικές σφαίρες που αλλοτριώνονται όσο και ως προς την έκταση και την ποιότητα της διαδικασίας.


Η αλλοτρίωση όπως τη συναντάμε στη σύγχρονη κοινωνία είναι σχεδόν ολοκληρωτική. Διαποτίζει τη σχέση του ανθρώπου προς την εργασία, προς τα πράγματα που καταναλώνει, προς το κράτος, προς τους συνανθρώπους του και προς τον εαυτό του.


Ολόκληρο το δημιούργημα του ανθρώπου τον δεσπόζει και τον κυριαρχεί. Όσο περισσότερο ισχυρές και γιγαντιαίες είναι οι δυνάμεις που απελευθερώνει, τόσο περισσότερο ανίσχυρο νιώθει τον εαυτό του ως ανθρώπινο ον. Βρίσκει αντιμέτωπο τον εαυτό του με τις ίδιες δυνάμεις που είναι ενσωματωμένες στα πράγματα που αυτός δημιουργεί, αλλοτριωμένες από τον εαυτό του. Διακατέχεται από τα δημιουργήματά του και έχει χάσει την ιδιοκτησία του εαυτού του.


Η αλλοτρίωση του ανθρώπου έχει σαν αποτέλεσμα την απώλεια των κοινωνικών δεσμών.


Η σύγχρονη κοινωνία αποτελείται από ‘άτομα’, ‘μικρά σωματίδια’ αποξενωμένα το ένα από το άλλο, που όμως είναι το ένα ενωμένο με το άλλο με ατομικά συμφέροντα και με την ανάγκη να χρησιμοποιεί το ένα το άλλο.


Το γεγονός πως κυβερνιόμαστε από νόμους που δεν ελέγχουμε και που δεν επιθυμούμε να ελέγξουμε, είναι μια από τις πιο κατάφωρες εκδηλώσεις αλλοτρίωσης. Οι πράξεις μας ενσωματώνονται στους νόμους που μας κυβερνούν, αλλά οι νόμοι αυτοί βρίσκονται πάνω από μας και είμαστε σκλάβοι τους. Η σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το συνάνθρωπό του είναι σχέση μεταξύ δύο αφαιρέσεων, δύο ζωντανών μηχανών που χρησιμοποιούν η μία την άλλη. [22]


Αναφορικά με την αναγκαία συνθήκη για τη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων σε μια κοινωνία, ο Κοσμόπουλος αναφέρει ότι για να δημιουργηθεί και να αναπτυχθεί μια γνήσια και δημιουργική σχέση, πρέπει να μην πιέζεται το άτομο από άγχος, στενότητα χρόνου και τυποποίηση συμπεριφοράς.


Η εκ των έξω καθορισμένη και χρονικά τεμαχισμένη διανθρώπινη συνάντηση αποτελεί δυσμενή προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής σχέσης.


Εκείνο που περισσότερο εμποδίζει την ανάπτυξη και τη λειτουργία αυτής της σχέσης, είναι η αλλοτρίωση της προσωπικότητας και η νευρωσική αυτο-αποξένωση του ατόμου.[23]


Μια ακόμα έκφανση της αλλοτρίωσης σε μια κοινωνία είναι ο κομφορμισμός. Ο πολιτισμός μας ενισχύει την τάση κομφορμισμού. Η κατάπνιξη των αυθόρμητων αισθημάτων και κατά συνέπεια της ανάπτυξης της αυθεντικής ατομικότητας, αρχίζει από πολύ νωρίς, από τα πρώτα στάδια της διαπαιδαγώγησης ενός παιδιού.[24]


Το "προσαρμοσμένο" άτομο κατάντησε ένα άβουλο εξάρτημα της κοινωνικής μηχανής. Αλλοτριώθηκε τόσο, ώστε να θεοποιεί τα χαρακτηριστικά της σύνθετης και τεμαχισμένης ζωής και να επιζητεί την υπεραπασχόληση "επειδή εκεί βρίσκει τον εαυτό του". Το άτομο αυτό δεν είναι σε θέση ν’ ακούσει τον άλλο, δεν ευκαιρεί ν΄ ασχοληθεί προσωπικά μαζί του. Δυστυχώς αυξάνεται καθημερινά η μετατροπή του ανθρώπου σε μηχανή αναπαραγωγής του συστήματος που επικρατεί. [25]



©1998-2021, Έδρα Εκπαίδευσης, Ι.Π.Ε.Τ.
 
Δημοσιεύθηκε την: 11.01.2006 23:20:15
 
Αναγνώσθηκε 1712 φορές

Εκτύπωση